Ηλεκτρονικός διαφωτισμός ή ψηφιακή ημιμάθεια και πνευματική αναπηρία;

30/10/2001 Παλαιότητα 18 yrs

Αν κρίνει κανείς από τις δηλώσεις του υπουργού Παιδείας και άλλων παραγόντων, η εισαγωγή της πληροφορικής και η χρήση υπολογιστών στα σχολεία, φαίνεται να αποτελεί τη δύναμη που θα δώσει ώθηση στην εκπαίδευση, ώστε να κάνει ένα άλμα ποιοτικό και να συμβαδίσει με τα εκπαιδευτικά συστήματα της Ευρώπης.   Η άποψη αυτή συνδέεται με μια άλλη στάση, την υπόκλιση απέναντι στις νέες τεχνολογίες, ότι αυτές θα φέρουν την πρόοδο στην οικονομία και στην κοινωνία. Αναφορές σε όρους όπως «ηλεκτρονικός διαφωτισμός», «κοινωνία της γνώσης», «κοινωνία των πληροφοριών», «οικονομία της γνώσης», αποτελούν αναπαλαίωση της γνωστής από τη δεκαετία του '60 άποψης του τεχνολογικού ντετερμινισμού. Συνάμα αποτελούν μια άλλη εκδοχή του γνωστού ιδεολογήματος της «μεταβιομηχανικής», «μετακαπιταλιστικής κοινωνίας».


Αν κρίνει κανείς από τις δηλώσεις του υπουργού Παιδείας και άλλων παραγόντων, η εισαγωγή της πληροφορικής και η χρήση υπολογιστών στα σχολεία, φαίνεται να αποτελεί τη δύναμη που θα δώσει ώθηση στην εκπαίδευση, ώστε να κάνει ένα άλμα ποιοτικό και να συμβαδίσει με τα εκπαιδευτικά συστήματα της Ευρώπης.

 

Η άποψη αυτή συνδέεται με μια άλλη στάση, την υπόκλιση απέναντι στις νέες τεχνολογίες, ότι αυτές θα φέρουν την πρόοδο στην οικονομία και στην κοινωνία. Αναφορές σε όρους όπως «ηλεκτρονικός διαφωτισμός», «κοινωνία της γνώσης», «κοινωνία των πληροφοριών», «οικονομία της γνώσης», αποτελούν αναπαλαίωση της γνωστής από τη δεκαετία του '60 άποψης του τεχνολογικού ντετερμινισμού. Συνάμα αποτελούν μια άλλη εκδοχή του γνωστού ιδεολογήματος της «μεταβιομηχανικής», «μετακαπιταλιστικής κοινωνίας».

 

Η ανάπτυξη της τεχνολογίας και των μηχανών φέρνει οπωσδήποτε σημαντικές αλλαγές στην οικονομία και στην κοινωνία, δεν μπορεί όμως από μόνη της να αλλάξει το κοινωνικοταξικό ποιόν ενός συστήματος, να προκαλέσει το ποιοτικό άλμα είτε της εκπαίδευσης, είτε της κοινωνίας στο σύνολό της.

 

Η κοινωνία μας, όπως και άλλες, παρά τις αλλαγές που έχουν σημειωθεί, παραμένει καπιταλιστική, ταξική - ανταγωνιστική και εκμεταλλευτική και η κύρια διάκριση των ανθρώπων έχει σχέση με την κατοχή ή όχι μέσων παραγωγής και όχι τη δυνατότητα πρόσβασης στη γνώση και στις πληροφορίες. Και ένα σύστημα είτε επιμέρους, είτε στο σύνολό του μπορεί να αλλάξει μόνο με τη συνειδητή και οργανωμένη δράση των εργαζομένων, την ταξική πάλη και την κοινωνική επανάσταση.

 

Σε ό,τι αφορά τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ) στην εκπαίδευση σε πρόσφατο συνέδριο του τμήματος ΜΜΕ του Πανεπιστημίου της Αθήνας Αμερικανός επιστήμονας παραδεχόταν ότι στην Αμερική δεν υπάρχει καμία έρευνα που να αποδεικνύει ότι ένα σχολείο με Η/Υ είναι ποιοτικά καλύτερο από ένα άλλο χωρίς Η/Υ. Στην Ευρώπη και στην Ελλάδα υπάρχει τέτοια έρευνα; Αν το υπουργείο Παιδείας και άλλοι υποστηρικτές έχουν υπόψη τους, ας τις επικαλεστούν.

 

Υπάρχει κίνδυνος, αντίθετα, με την εισβολή της εικόνας με τους Η/Υ στο σχολείο - ειδικά στις μικρές ηλικίες - πέρα από τη γενικότερη παρουσία της τηλεόρασης και του Η/Υ στο σπίτι και στην κοινωνία, να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η κυριαρχία της εικόνας έναντι του λόγου και σε ένα χώρο που ο λόγος πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο - ποιος άραγε σήμερα δεν ξορκίζει την κυριαρχία της εικόνας έναντι του λόγου;

 

Με την εντατική και συχνή χρήση ενός Η/Υ ο μαθητής του Δημοτικού ακόμη και του Γυμνασίου δεν μπορεί να μάθει να σκέφτεται επαγωγικά και παραγωγικά. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις παιδιών του Γυμνασίου που δεν μπορούν να κάνουν (είτε από μνήμης, είτε με χαρτί και μολύβι) στοιχειώδεις πράξεις του τύπου «... πόσο κάνει το 12 επί 9...» ή και «πόσο είναι το 25 στα εκατό του 400»...

 

Με τη συνεχή ομοιόμορφη κίνηση για το πάτημα πλήκτρων ή άλλων παρεμφερών διατάξεων (δρομέων, «ποντικιών» κλπ.) το παιδί αχρηστεύει τις νευροκινητικές διεργασίες του, που συνδέουν τη λειτουργία του εγκεφάλου με την κίνηση των χεριών... Τα περισσότερα σημερινά παιδιά γράφουν γράμματα, που μοιάζουν με αυτά των αναλφάβητων και αχρηστεύουν έτσι όλες τις βασικές λειτουργικές διεργασίες, που συνδέουν την όραση με την κίνηση.

 

Με την προσήλωσή τους σε μια οθόνη, τα περισσότερα παιδιά καταλήγουν τελικά στο να έχουν προβλήματα με την όρασή τους, όχι τόσο εξαιτίας της σχετικά επικίνδυνης ακτινοβολίας, αλλά κυρίως εξαιτίας της συνεχούς προσαρμογής σε έναν ενιαίο τύπο οπτικών ερεθισμάτων και της χαμηλής, σχετικά, συχνότητας εναλλαγής του φωτισμού (που φτάνει στα 50-60Hz, δηλαδή στην τιμή της συχνότητας του οικιακού εναλλασσόμενου ρεύματος).

 

Η εναλλαγή αυτή καταπονεί το οπτικό σύστημα του παιδιού, μια που η προσαρμογή του ματιού του αλλάζει 50-60 φορές στο δευτερόλεπτο, χωρίς αυτό να γίνεται άμεσα αντιληπτό.

 

Με το να βρίσκει ένα παιδί τα πάντα γραμμένα στη μνήμη ενός ηλεκτρονικού μηχανισμού συνηθίζει, τελικά, να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει κάθε άλλη μορφή παροχής γνώσεων, όπως είναι π.χ. η ανάγνωση από βιβλίο, η αισθητική παρατήρηση εικαστικών παραστάσεων, η συμμετοχή στο λόγο κλπ. Καταντάει σήμερα ο νέος να ζητάει τα πάντα από κάποιον Η/Υ και να περιφρονεί τον προφορικό λόγο, τη γραφή, το βιβλίο, το θέατρο, το έργο τέχνης κλπ (βλέπε Δ. Κρέμου, «Η πληροφορική και η χρήση Η/Υ της Εκπαίδευσης», «Θέματα Παιδείας», τεύχος 6).

 

Η άποψη που προβάλλεται για γενικευμένη εισαγωγή της πληροφορικής στο σχολείο, σκόπιμα ή από άγνοια, συγχέει τη γνώση με την πληροφορία. Οι πληροφορίες προσφέρουν μια επίπεδη, κατατεμαχισμένη, αποσπασματική εικόνα της πραγματικότητας και του κόσμου και είναι απογυμνωμένες από ηθική και αξίες.

 

Η γνώση αποτελεί τη βαθύτερη κατανόηση των πραγμάτων και του κόσμου στην ενότητά του και στην ολότητά του, βοηθάει στην κατανόηση των εσωτερικών αντιθέσεων που καθορίζουν την εξέλιξη των πραγμάτων και του κόσμου. Με τη γνώση μπορούμε να φτάσουμε στην αντικειμενική αλήθεια.

 

Το ζήτημα επίσης δεν είναι «να ξέρει ο μαθητής πού είναι οι γνώσεις και να διαλέγει», εννοείται στον υπολογιστή, όπως εισηγείται το πρόγραμμα ΟΔΥΣΣΕΙΑ της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά να αποκτήσει γνώση επιστημονική και μέθοδο σκέψης και ανάλυσης , ώστε να μπορεί να κρίνει και να κατανοήσει όχι μόνο την ίδια την πραγματικότητα, αλλά και αυτό που κρύβει μέσα της, αυτό που μπορεί να γίνει, την τάση εξέλιξης για παράδειγμα, κριτική σκέψη αναπτύσσει το πείραμα στο εργαστήριο και όχι η εικόνα του πειράματος.

 

Οσο για το ρόλο του δασκάλου που επιφυλάσσει το πρόγραμμα ΟΔΥΣΣΕΙΑ, που έχει υπότιτλο «Ελληνικά σχολεία στην κοινωνία της Πληροφορίας», πρόκειται για έκπτωση του δασκάλου σε «διαχειριστή της πρόσβασης των μαθητών στη γνώση», ουσιαστικά στις πληροφορίες. Δηλαδή κυριολεκτικά αποστεώνεται και τυποποιείται στο σύνολό της η ζωντανή παιδαγωγική πράξη και η σχέση μαθητών - δασκάλων που είναι η καθοριστική για την ομαλή γνωστική ψυχική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού (βλέπε «Θέματα Παιδείας», τεύχος 6, σελ. 33).

 

Μήπως τελικά βαθμιαία προωθείται ο περιορισμός της βασικής - γενικής εκπαίδευσης στις στοιχειώδεις δεξιότητες (γραφή, ανάγνωση, αρίθμηση, ξένες γλώσσες και χειρισμό Η/Υ);

 

Είναι χαρακτηριστικό για το θέμα μας αυτό που διηγήθηκε καθηγητής της πληροφορικής σε ελληνικό πανεπιστήμιο, με σπουδές στη Νέα Υόρκη, σε σχετική ημερίδα του συλλόγου ΔΕΠ του Πανεπιστημίου Πατρών την άνοιξη του 2000, όταν επισκέφτηκε πρόσφατα την πόλη των φοιτητικών του χρόνων και θέλησε να δει από κοντά πώς είχαν εξελιχθεί τα σχολεία στις ΗΠΑ. Στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης έμεινε έκπληκτος: τα σχολεία ήταν πιο καθαρά και παντού υπήρχαν Η/Υ για τα παιδιά του κατώτερου θεού, κυρίως μαύρων και ισπανόφωνων, μπροστά στις οθόνες να αυτομορφώνονται (;) με μανία. Ομως τα σχολεία των «εύπορων τάξεων», είχαν παραμείνει κλασικά, οι αίθουσες με το μαυροπίνακα, με τους χάρτες και τις εικόνες στους τοίχους, τα τμήματα ολιγομελή, τα εργαστήρια, οι βιβλιοθήκες, τα γυμναστήρια πλουσιοπάροχα...

 

Εν κατακλείδι δεν μπορούμε να είμαστε αρνητικοί γενικά για τη χρήση των Η/Υ στο σχολείο. Οι μαθητές θα πρέπει να είναι σε ηλικία που θα τους επιτρέπει να χρησιμοποιούν κριτικά και δημιουργικά το Διαδίκτυο και τα πολυμέσα μαζί με άλλες μορφές πληροφόρησης. Θα πρέπει δηλαδή να είναι σε θέση να κατανοούν τους Η/Υ σαν εφαρμογή της επιστήμης στο πλαίσιο συγκεκριμένων μαθημάτων γενικής παιδείας (π.χ. μαθηματικά, φυσική, χημεία). Για τους εκπαιδευτικούς είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, πρώτα για την επιστημονική πληροφόρησή τους και ύστερα για την αξιοποίησή του στην εκπαίδευση. Προϋποθέτει όμως την παιδαγωγική και επιστημονική τους εκπαίδευση και επιμόρφωση που πρέπει να είναι διαρκής, για να μη μετατρέπεται σε προκάτ διδασκαλία τυποποιημένων προγραμμάτων. Το υπουργείο και σε αυτή την περίπτωση περιορίζει τον εκπαιδευτικό στην παθητική χρησιμοποίηση προγραμμάτων και πακέτων του ιδιωτικού τομέα.

Γιώτα ΒΑΡΒΑΡΙΓΟΥ, Χημικός, μέλος ΔΣ Δ' ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης, Εφημερίδα Ρισοζπάστης, 28 Οκτ. 2001, σελ. 34