Η τεχνική παιδεία σε κρίση

26/03/2001 Παλαιότητα 18 yrs

Με αφορμή την κυοφορούμενη ανωτατοποίηση των ΤΕΙ και την αντίδραση του Τεχνικού Επιμελητηρίου και των ΑΕΙ


Το ζήτημα της κλιμάκωσης των τεχνικών σπουδών δεν είναι καινούργιο. Απασχολεί την ελληνική κοινωνία εδώ και πολλά χρόνια. Περιπλέκεται δε περισσότερο από την υπανάπτυξη και την παραγωγική αποδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας.

Το πρόβλημα της τεχνικής παιδείας φωτίζεται αυτές τις μέρες από μια ιδιαίτερη πλευρά, αυτή των επαγγελματικών δικαιωμάτων του τεχνικού δυναμικού της χώρας, Αφορμή είναι η πρόταση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ) για «ανωτατοποίηση» των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) δηλαδή για μετεξέλιξή τους σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.

Με την ανακοίνωση της πρότασης εντάθηκε ο πόλεμος που από καιρό έχει ξεσπάσει ανάμεσα στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ) και τα ΤΕΙ. Το ΤΕΕ αντιδρά στην ανωτατοποίηση των ΤΕΙ διότι θα οδηγήσει, όπως θεωρεί, στην επαγγελματική εξομοίωση των τεχνολόγων με τους διπλωματούχους μηχανικούς. Τα ΤΕΙ με τη σειρά τους, εδώ και χρόνια επιδιώκουν αυτή την εξομοίωση η οποία σημειωτέον δεν αφορά όλους τους τεχνολόγους αλλά μόνο αυτούς που αντιστοιχούν σε ειδικότητες που υπάρχουν και στα Πολυτεχνεία ή τις Πολυτεχνικές Σχολές.

Όπως θα φανεί από την ανάλυση που θα ακολουθήσει, τελικά η υπόθεση αφορά σχεδόν αποκλειστικά τα επαγγελματικά δικαιώματα των διπλωματούχων Πολιτικών Μηχανικών, Ηλεκτρολόγων και Μηχανολόγων μηχανικών αφού αυτοί είναι οι κλάδοι που έχουν το μεγάλο φάσμα επαγγελματικών δικαιωμάτων εις βάρος μάλιστα άλλων κλάδων μηχανικών.

Σκοπός δικός μας είναι με αφορμή την αντιπαράθεση αυτή να αναδείξουμε το πρόβλημα της τεχνικής παιδείας στη χώρα μας και να διατυπώσουμε προτάσεις ιδιαίτερα για τους τομείς της Πληροφορικής και των Νέων Τεχνολογιών.

Ας δούμε λοιπόν πρώτα τις πτυχές της διαμάχης που έχει ξεσπάσει.

Η θέση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας

Συνοψίζοντας τις θέσεις που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί για το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων των τεχνολόγων, οι προτάσεις του ΤΕΕ μπορούν να συνοψισθούν σε δύο βασικούς άξονες:

     

  1. Να κλείσουν οι Σχολές των ΤΕΙ που καλύπτονται από αντίστοιχες των Πολυτεχνείων.

  2. Να δημιουργηθούν σχολές εργοδηγών και να προσδιορισθούν οι ρόλοι στο σύνολο της Τεχνικής Παιδείας.

     

Το κύριο αιτιολογικό επιχείρημα είναι απλό: Οι πτυχιούχοι των ΤΕΙ αντιστοίχων ειδικοτήτων με αυτές των Πολυτεχνείων υστερούν σε επίπεδο σπουδών, αφού λόγω χρονικής διάρκειας δεν λαμβάνουν τις ίδιες γνώσεις που λαμβάνει ο φοιτητής του αντίστοιχου πολυτεχνικού τμήματος. Επίσης υστερούν και σε επίπεδο ποιότητας αφού εισάγονται με χαμηλότερες βάσεις ενώ κάποιοι άλλοι (π.χ. απόφοιτοι Τενχικών Λυκείων παλαιότερα και Τεχνικών Επαγγελματικών Εκπαιδευτηρίων τώρα) εισάγονται με χωριστές «εξετάσεις».

Η θέση των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων

Τα ΤΕΙ αλλά και οι σύλλογοι των Τεχνολόγων Μηχανικών εκτιμούν ότι οι σπουδές τους και η θέση τους στην παραγωγή έχουν αναβαθμιστεί σημαντικά. Απαιτούν τα ίδια δικαιώματα με τους αποφοίτους των Πολυτεχνείων. Πρέπει να σημειωθεί ότι και τώρα υπάρχουν κάποια δικαιώματα, επομένως διεκδικούν την επέκτασή τους.

Η μονομαχία των δύο συντεχνιών

Στην τελευταία αντιπαράθεση παρακολουθούμε μια ιδιότυπη μονομαχία: Η ηγεσία του ΤΕΕ προσπαθεί με λεονταρισμούς να νομιμοποιηθεί στη βάση των μηχανικών (ας μην ξεχνούμε τι έγινε στις πρόσφατες εκλογές του ΤΕΕ – ακόμη δεν έχουν βγει οριστικά αποτελέσματα). Η καθηγητική ηγεσία των ΤΕΙ, όμηρη η ίδια των λειψών γνώσεων και τυπικών προσόντων (6 πρόεδροι ΤΕΙ δεν έχουν διδακτορικό!) προσπαθεί να μετατρέψει το θέμα σε λογιστικό παζάρι για να διατηρήσουν τις θέσεις τους και να αυξήσουν τους μισθούς τους οι καθηγητές των ΤΕΙ.

Ας δούμε όμως και τι συμβαίνει στις εξέδρες της «αρένας». Από τη μια υπάρχουν οι μηχανικοί και οι φοιτητές των Πολυτεχνείων. Δεν πιστεύουν ότι τελικά θα κερδίσουν. Εξάλλου ποτέ κανείς δεν επιτυγχάνει 100% τον αρχικό του στόχο σε μια διαπραγμάτευση. Και όταν ο στόχος στη διαπραγμάτευση είναι να διατηρήσω αυτό που έχω, στο τέλος θα καταλήξω να έχω κάτι λιγότερο...

Από την άλλη υπάρχουν οι τεχνολόγοι και οι σπουδαστές των ΤΕΙ. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι διακηρύξεις της ηγεσίας των ΤΕΙ δεν αποσκοπούν στην αναβάθμιση των ιδρυμάτων αλλά στην αύξηση των μισθών τους δια της εξομοιώσεων με τους καθηγητές των ΑΕΙ. Αισθάνονται ότι είναι τα θύματα μιας προσπάθειας αύξησης των σπουδαστών και των τμημάτων χωρίς καμιά εγγύηση ποιότητας μόνο και μόνο για να μπορούν οι παράγοντες των ΤΕΙ να επικαλούνται μεγαλύτερους αριθμούς. Την ίδια στιγμή αναγκάζονται να «μορφώνονται» σε χώρους ακατάλληλους από καθηγητές συχνά ανεπαρκείς, σε εργαστήρια πολλές φορές ανύπαρκτα. Όταν ζητούν την βελτίωση των όρων της εκπαίδευσής τους, κανείς δεν τους δίνει τη σημασία που πρέπει...

Τέλος υπάρχει και η ελληνική κοινωνία η οποία αδυνατεί να συλλάβει τις ουσιώδεις λεπτομέρειες της αντιπαράθεσης και γίνεται δέκτης φτηνών επιχειρημάτων από τις αντιμαχόμενες συντεχνίες: Οι σπουδαστές των ΤΕΙ είναι οι χειρότεροι μαθητές, λέει η ηγεσία του ΤΕΕ, πώς θέλουν να γίνουν ίσοι με τους μηχανικούς; Εμείς φτιάξαμε τα ΤΕΙ, λένε κάποιοι καθηγητές των ΤΕΙ που κινδυνεύουν να χάσουν τα προνόμιά τους αν αξιολογηθούν (αφού δεν διαθέτουν ακαδημαϊκούς τίτλους), πώς είναι δυνατόν να μας διώξουν τώρα;

Όλοι, πρωταγωνιστές και θεατές, φαίνεται να ξεχνούν το ζητούμενο, την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Το θύμα θα είναι και πάλι η Εθνική Οικονομία που θα συνεχίσει να κινείται με ρυθμούς αρνητικούς, η παραγωγή να αποδιαρθρώνεται και όλοι θα περιμένουμε τις τονωτικές ενέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να φυτοζωούμε.

Πιστεύουμε λοιπόν, ότι είναι λάθος το πεδίο που επέλεξαν οι ενδιαφερόμενοι για να αντιπαρατεθούν. Το πεδίο αυτό θα έπρεπε να είναι η αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Σε μια Ελλάδα της αντιπαροχής κανείς δεν έχει μέλλον είτε διπλωματούχος είτε τεχνολόγος μηχανικός. Πολύ περισσότερο κανείς επιστήμονας δεν έχει μέλλον όταν όλα γίνονται πρόχειρα και εκ των ενόντων. Αυτό μας αφορά κι εμάς ως πληροφορικούς άμεσα.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν έχει νόημα να μιλά κανείς ούτε για ανωτατοποίηση ούτε φυσικά για κατάργηση των ΤΕΙ. Το ζητούμενο είναι η πραγματικά ενιαία τριτοβάθμια εκπαίδευση. Με ενιαίες διαδικασίες εισαγωγής φοιτητών και σπουδαστών, μεταπτυχιακά προγράμματα ισότιμα, σοβαρή έρευνα και στήριξη της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Τα ΤΕΙ δεν είναι περιττά. Είναι αναγκαία. Πρέπει όμως να λειτουργούν πραγματικά ως τεχνολογικά ιδρύματα και οφείλουν πρώτα τα ίδια να συνειδητοποιήσουν το ρόλο τους και να θέσουν στο περιθώριο του κύκλους που υιοθετούν την τακτική των συντεχνιακών διεκδικήσεων. Μπορούν και πρέπει να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση και να διεκδικήσουν τους πόρους και την εμπιστοσύνη που δικαιούνται από την πολιτεία και την κοινωνία.

Μερικά χρήσιμα στοιχεία για την παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας

Η ουσία, λοιπόν, της κρίσης είναι η παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας. Ας δούμε με λεπτομέρεια τι σημαίνει αυτό μέσα από τα συμπεράσματα μιας πρόσφατης έκθεσης του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ). Η έκθεση αυτή αναφέρεται στα λεγόμενα κλειστά επαγγέλματα. Για το επάγγελμα του μηχανικού, διατυπώνονται οι παρακάτω διαπιστώσεις σε δική μας σύνοψη:

 

 

Η μικρή σχετικά ανάπτυξη της βιομηχανίας ήταν και εξακολουθεί ακόμη να είναι αιτία της περιορισμένης σχετικά ανάπτυξης δραστηριοτήτων και ζήτησης ειδικοτήτων μηχανικών που σχετίζονται με τη βιομηχανική παραγωγή (κυρίως χημικοί μηχανικοί, μεταλλουργοί, ειδικοί μηχανολογικού σχεδίου αλλά και άλλες ειδικότητες) και όχι γενικά με την κατασκευαστική δραστηριότητα.

Η κατασκευαστική δραστηριότητα είναι το κύριο αντικείμενο επαγγελματικής δράσης των μηχανικών. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των οικοδομικών έργων είναι εμφανής στην Ελλάδα. Αποτελούν το 75% του συνόλου του κλάδου των Κατασκευών. Τα έργα αυτά χαρακτηρίζοντα από:

     

  • Το μικρό μέγεθος, ειδικά των κατοικιών

  • Την έλλειψη εξειδικευμένων και υψηλού επιπέδου απαιτήσεων (π.χ. βιομηχανικά κτήρια, ερευνητικά εργαστήρια, κτίρια ειδικών χρήσεων).

     

Ο ιδιαίτερος αυτός χαρακτήρας δεν ενθάρρυνε την ανάπτυξη μαζικής παραγωγής και εφαρμογών (ειδικά στις κατοικίες που το πλήθος θα το επέτρεπε). Αυτό εμπόδιζε την ανάπτυξη και αφομοίωση προηγμένων τεχνολογιών. Οι ανάγκες για μηχανικούς εφαρμογών παρέμειναν περιορισμένες. Έτσι η αγορά εξυπηρετείται από μηχανικούς ανωτάτων σχολών μια και μικρά έργα συχνά παρουσιάζουν αρκετές ιδιαιτερότητες.

 

Με άλλα λόγια, το επίπεδο των εργασιών μελέτης και επίβλεψης στα κατασκευαστικά έργα είναι πολύ χαμηλό σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν μπορεί λοιπόν να υποστηριχθεί η απαίτηση να εκτελούνται οι εργασίες αυτές μόνο από διπλωματούχους μηχανικούς, δηλ. στελέχη με εκπαίδευση πανεπιστημιακού επιπέδου. Εξάλλου αυτό δεν είναι η δικαιολογία (το χαμηλό επίπεδο εργασιών) για την οποία έχουν περιβληθεί οι πολιτικοί μηχανικοί με δικαιώματα (όπως μελέτης ηλεκτρολογικών, μηχανολογικών εγκαταστάσεων, βιολογικών καθαρισμών κ.λ.π.) που δεν αντιστοιχούν στις σπουδές τους;

Όμως και αυτή η θέση εφαρμόζεται επιλεκτικά και με κριτήρια συντεχνιακά, όχι επιστημονικά. Ενώ αντιμετωπίζονται προνομιακά κάποιοι κλάδοι διπλωματούχων μηχανικών, κάποιοι άλλοι εξοντώνονται. Διαβάστε λοιπόν...

Tο παράδειγμα των χημικών μηχανικών

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Χημικών Μηχανικών (ΠΣΧΜ) εκπροσωπεί 4.500 μέλη σε όλη την Ελλάδα. Εδώ και χρόνια βρίσκεται σε έντονη διαμάχη με το ΤΕΕ. Αιτία είναι τα επαγγελματικά δικαιώματα των Χημικών Μηχανικών.

Μέχρι το 1997, οι χημικές εγκαταστάσεις θεωρούνταν ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις και έτσι είχαν δικαιώματα σε αυτές οι ηλεκτρολόγοι – μηχανολόγοι μηχανικοί και μάλιστα περισσότερα από τους καθ΄ ύλην αρμοδίους! Βασική αιτία γι’ αυτό, ήταν το γεγονός ότι ποτέ και κανένα δημόσιο έργο δεν χαρακτηρίστηκε ως Έργο Χημικού Μηχανικού ή ως Έργο στο οποίο, μεταξύ άλλων, συμπεριλαμβάνονται και Εργασίες Χημικού Μηχανικού.

Οι μελετητές και οι αρμόδιες υπηρεσίες ερμήνευαν τη σχετική Νομοθεσία με τρόπο που τελικά εξυπηρετούσε μόνο τα συμφέροντα πλειοψηφιών και συντεχνιών, οι οποίες από δεκαετίες είχαν διαμορφωθεί και είχαν δημιουργήσει και το ανάλογο πλαίσιο εκτέλεσης των δημόσιων έργων, που συμπυκνώνεται στην αντιεπιστημονική θεώρηση ότι τα δημόσια έργα πρέπει να δημοπρατούνται όχι ανάλογα με το σκοπό τους και το αντικείμενό τους, αλλά ανάλογα με τα υλικά τεχνικά μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή τους και την αντιστοιχία των μέσων αυτών με τις ειδικότητες Διπλ. Μηχανικών. Με άλλα λόγια ένα έργο Χημικού Μηχανικού που περιλαμβάνει μηχανολογικό και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό εκτελείται από Μηχανολόγους και Ηλεκτρολόγους Μηχανικούς (βλέπε σημειώσεις 1).

Όταν το 1997 εκδόθηκε ΠΔ και εγκύκλιος που αναθεωρούσε αυτό το σχήμα (εν μέρει όμως) και έθετε τις βάσεις για την αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των Χημικών Μηχανικών, η ηγεσία του ΤΕΕ αντιτάχθηκε. Υποστήριξε τα δικαιώματα των ηλεκτρολόγων – μηχανολόγων και επικράτησε κλίμα αντιπαράθεσης με τον ΠΣΧΜ. Τα επιχειρήματα έχουν ενδιαφέρουν όπως διατυπώνονται σε ανακοίνωση του Πανελλήνιου Συλλόγου Διπλωματούχων Μηχανολόγων – Ηλεκτρολόγων (ΠΑΣΔΜ-Η) όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται:

«Το Π.Δ. είναι αντιεπιστημονικό. Αφαιρεί αρμοδιότητες από τους κατεξοχήν αρμοδίους διπλωματούχους μηχανικούς και τις διανέμει σε άλλους κλάδους, που δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν με επάρκεια λόγω του ίδιου του περιεχομένου των σπουδών τους.»

Η αντιαναπτυξιακή στάση των συντεχνιών

Ας προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε αναλυτικά στα αίτια της κρίσης. Η ανάλυση αυτή θα αποκαλύψει τελικά και τους άξονες στους οποίους πρέπει να κινηθεί η Ένωση Πληροφορικών ώστε να ανατραπεί το σημερινό σκηνικό που προκαλεί θλίψη σε κάθε σκεπτόμενο πολίτη.

Παρά τις φαινομενικές διαφορές τους, τόσο η ηγεσία του ΤΕΕ όσο και η ηγεσία των ΤΕΙ (και ειδικά οι καθηγητές τους) έχουν μια βασική ομοιότητα: Μια στείρα συντεχνιακή αντίληψη που συνοψίζεται στην εξής βασική αρχή: Η πολιτική επιρροή (εξουσία) είναι το πολιτικό ισοδύναμο του χρήματος. Πρέπει να χρησιμοποιούμε τα πολιτικά μέσα που διαθέτουμε για να υπερασπίζουμε τα προνόμιά μας ή να δημιουργούμε (αγοράζουμε) νέα. Επιτρέψτε μας να ονομάσουμε αυτή την αρχή συντεχνιακό αξίωμα. Πώς, λοιπόν, εφαρμόζεται το συντεχνιακό αξίωμα στην περίπτωση της ηγεσίας του ΤΕΕ και της ηγεσίας των ΤΕΙ;

Η ηγεσία του ΤΕΕ ισχυρίζεται ότι εκφράζει τα συμφέροντα όλων των μηχανικών και μιλά επικαλούμενη επιστημονικές αρχές, παρά το γεγονός ότι έχει ισχυρό πρόβλημα νομιμοποίησης (βλέπε σημειώσεις 2). Την πολιτική της επιρροή την αντλεί από την προνομιακή θέση που έχει άμεσα και έμμεσα σε σχέση με τη Δημόσια Διοίκηση. Άμεσα διότι το ΤΕΕ ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου ασκεί πολιτική εξουσία και λειτουργεί ως επιστημονικός σύμβουλος της πολιτείας. Έμμεσα με την κατοχή καίριων πολιτικών θέσεων από στελέχη της ηγετικής ομάδας του ΤΕΕ. Από τις θέσεις αυτές συχνά στο παρελθόν προωθούσαν ρυθμίσεις που διεύρυναν τα προνόμια του ΤΕΕ (βλέπε σημειώσεις 3). Σήμερα, από τις θέσεις αυτές υπονομεύουν τις προσπάθειες των ΤΕΙ για ανωτατοποίηση. Περαιτέρω, η ηγεσία του ΤΕΕ επηρεάζει ισχυρά μια σειρά πολιτικών παραγόντων λόγω των στενών οικονομικών ή πολιτικών σχέσεων που διατηρεί μαζί τους.

Η ηγεσία των ΤΕΙ αντλεί με τη σειρά της την πολιτική της επιρροή από την προνομιακή παρουσία της στο χώρο της παιδείας και ειδικότερα της τεχνικής παιδείας. Είναι ένας χώρος που συνειδητά έχει εγκαταλείψει το ΤΕΕ (βλέπε σημειώσεις 4). Η ηγεσία των ΤΕΙ κατέλαβε αυτό το κενό χώρο και κατάφερε, ανάμεσα στα άλλα, το ΥΠΕΠΘ να είναι το μόνο υπουργείο που αναγνωρίζει τους υπαλλήλους του πτυχιούχους ΤΕΙ ως κλάδο Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης! Η ηγεσία των ΤΕΙ ασκεί τεράστια επιρροή άμεσα με τη παρουσία της στην υπηρεσιακή ιεραρχία και την πολιτική ηγεσία, αλλά και έμμεσα με τις στενές σχέσεις που διατηρεί με σημαντικούς παράγοντες του Υπουργείου. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στην αντιπαράθεση που παρακολουθούμε ο κύριος υποστηρικτής των ΤΕΙ είναι το Υπουργείο Παιδείας.

Οφείλουμε μάλιστα να επισημάνουμε ότι η άκριτη αύξηση των εισακτέων ιδίως στα ΤΕΙ πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα. Διότι προκαλείται πολλές φορές παράγοντες των ΤΕΙ για να αυξήσουν την πολιτική τους επιρροή (περισσότεροι εισακτέοι = περισσότεροι ψήφοι = εντονότερη πίεση για ανωτατοποίηση). Την ίδια στιγμή αποδέχονται, αν δεν καλλιεργούν ένα κλίμα παραίτησης από κάθε σοβαρή προσπάθεια μόρφωσης Έτσι οι σπουδαστές ενθαρρύνονται να μην διεκδικούν καλλίτερες αλλά ευκολότερες σπουδές και να προσβλέπουν σε επαγγελματική αποκατάσταση με τη μέθοδο της ατομικής εξυπηρέτησης και των πελατειακών σχέσεων.

Τι εκτιμούμε ότι θα συμβεί; Σε πρώτη φάση θα κλιμακωθεί η αντιπαράθεση ΤΕΕ και ΤΕΙ. Την αντιπαράθεση θα ενθαρρύνει και θα οξύνει η ηγεσία του ΤΕΕ προκειμένου να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετωπίζει και να νομιμοποιηθεί στη συνείδηση των μηχανικών και των φοιτητών των Πολυτεχνείων. Επειδή απαιτείται να νομιμοποιηθεί αυτή η έκθεση ηγεσία, η πρώτη φάση θα λήξει πιθανότητα με το πάγωμα του θέματος γεγονός το οποίο θα προπαγανδισθεί ως νίκη του ΤΕΕ.

Σε δεύτερη φάση, αφού διευθετηθούν τα εσωτερικά προβλήματα της ηγεσίας του ΤΕΕ και πιθανότατα σε ανύποπτο χρόνο, το θέμα θα προχωρήσει ταχύτατα και τα ΤΕΙ φραστικά θα αναβαθμιστούν σε Ανώτατα Ιδρύματα. Το ΤΕΕ θα εξακολουθήσει για κάποιο διάστημα να διατηρεί τα προνόμια ορισμένων κλάδων Μηχανικών (όχι όλων επαναλαμβάνουμε). Στο απώτερο μέλλον το τι θα συμβεί θα εξαρτηθεί από την πίεση που θα καταφέρει να ασκήσει κάθε πλευρά αλλά και από τις εξελίξεις που θα έχουμε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι βαδίζουμε ολοταχώς σε μια γενικότερη απαξίωση της εκπαίδευσης σε όφελος μια γρήγορης επαγγελματικής κατάρτισης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο όπως προκύπτει από τις σχετικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την πρόσφατη Διάσκεψη της Μπολώνια. Στα πλαίσια αυτά η «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Το θέμα είναι πώς θα γίνει και αν τελικά αποδεχτούμε αυτή τη γενικότερη απαξίωση της Παιδείας που προωθείται. Διότι η απαξίωση αυτή σε συνδυασμό με τις ιδιαιτερότητες της Ελλάδας δημιουργεί ένα εκρηκτικό μίγμα που υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και τις προοπτικές μας ως έθνους. Γι’ αυτό και είναι επιτακτική ανάγκη να ασχοληθούμε πολύ σοβαρά με το θέμα της παιδείας ξεκινώντας από την τεχνική παιδεία και με γνώμονα πάντα την παραγωγική ανάπτυξη της χώρας μας και να διαμορφώσουμε ριζικά διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις.

Η κρίση της τεχνικής παιδείας μας αφορά άμεσα!

Είδαμε, λοιπόν, πώς οι αντιμαχόμενες ηγεσίες, ακολουθώντας το συντεχνιακό αξίωμα, περιορίζονται να προασπίζουν ή να διεκδικούν προνόμια χωρίς να ενδιαφέρονται για ουσιαστική αναβάθμιση της τεχνικής παιδείας ούτε βέβαια για συνολική παραγωγική ανασυγκρότηση. Ξεχνούν(;) ότι σε μια χώρα διαλυμένη οικονομικά κανείς δεν έχει μέλλον. Ένας λαός αμόρφωτος ή ημιμαθής θα είναι πάντα έρμαιο της τύχης και των τυχοδιωκτών.

Ο κλάδος των πληροφορικών αντιμετωπίζει τη μονομαχία των συντεχνιών με έντονο προβληματισμό. Εμείς είμαστε εδώ και χρόνια αυτοί που κυρίως έχουν υποστεί τις συνέπειες του συντεχνιακού αξιώματος. Η πληροφορική αντιμετωπίζεται από τις ποικιλώνυμες συντεχνίες ως ένα χρυσωρυχείο προς εύκολη και ανέξοδη εκμετάλλευση. Η παραγωγική αποδιάρθρωση επιτείνει το πρόβλημα επιτρέποντας την ευκαιριακή και ερασιτεχνική προσέγγιση της πληροφορικής χωρίς να ζημιώνεται κανείς άμεσα. Το μέλλον βέβαια της χώρας υπονομεύεται αλλά αυτό το αντιλαμβάνονται μόνο όσοι μπορούν να σκεφτούν μακροπρόθεσμα και φυσικά εμείς οι ίδιοι οι πληροφορικοί. Δυστυχώς όμως, δεν μπορούμε να ακουστούμε στο σημερινό συντεχνιακό πολιτικό σκηνικό. Οι θέσεις και οι προειδοποιήσεις μας στραγγαλίζονται. Οι γνώσεις μας λοιδορούνται. Η επιστήμη μας λεηλατείται για να διατηρούν τα προνόμια τους οι συντεχνιακές ηγεσίες.

Αναζητώντας μια λύση για μας, την τεχνική παιδεία αλλά και για την εθνική μας οικονομία, πρέπει να δούμε πέρα από το πλέγμα των μικροπολιτικών επιλογών και διεκδικήσεων. Πρέπει να αναλύσουμε από την αρχή την σημερινή πραγματικότητα και να σχεδιάσουμε το μέλλον το δικό μας και της κοινωνίας μας. Εμείς πρέπει να επωμιστούμε τις ευθύνες για την αλλαγή αυτού του αντιπαραγωγικού και μίζερου σκηνικού. Σε δύο παράλληλους άξονες:

     

  • Εκπαιδευτική αναγέννηση: Καταξίωση στην πράξη της τεχνικής παιδείας. Ουσιαστική εκπαίδευση των νέων στις σύγχρονες τεχνολογίες. Σύνδεση τεχνικής και θεωρητικής εκπαίδευσης, ανάδειξη των ανθρωπιστικών επιστημών.

  • Παραγωγική ανάπτυξη: Απόρριψη της κερδοσκοπικής – αντιαναπτυξιακής λογικής που επικρατεί και συνδέεται με τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, την αναποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα αλλά και την παρασιτική λειτουργία του ιδιωτικού. Προώθηση αλλαγών – θεσμικών τομών για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και την περιφερειακή ανάπτυξη.

     

Στην προσπάθειά μας αυτή θα αποτύχουμε αν παραμείνουμε μόνοι, αποκομμένοι από τις κοινωνικές ομάδες που έχουν κοινό με εμάς συμφέρον να προχωρήσουμε σε αυτές τις κατευθύνσεις. Είναι γεγονός, βέβαια, ότι το πλέγμα των πελατειακών σχέσεων, ο κομματικός συνδικαλισμός, η απαξίωση της πολιτικής και η μετατροπή της σε φτηνό θέαμα, οδηγούν πολλούς στην παραίτηση και την ιδιώτευση. Όμως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το πρόβλημα της τεχνικής παιδείας που μας αφορά άμεσα, δεν μπορούμε να το λύσουμε μόνοι μας. Δεν αρκούν οι δικές μας πρωτοβουλίες. Πρέπει να επιδιώξουμε την ενεργό εμπλοκή πολλών σε αυτή την προσπάθεια.

Ας σκιαγραφήσουμε, λοιπόν, πώς πρέπει να εξειδικευθούν οι δύο άξονες σε συγκεκριμένα μέτρα:

Εκπαιδευτική αναγέννηση

Το πρώτο βήμα είναι η αναβάθμιση της τεχνικής παιδείας ξεκινώντας από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η χώρα πρέπει επιτέλους να αποκτήσει σωστά εκπαιδευμένους τεχνικούς σε όλες τις ειδικότητες. Ειδικότερα, η αναβάθμιση της πληροφορικής παιδείας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι ο κύριος παράγοντας που θα επιτρέψει την καταξίωση των επαγγελμάτων της Πληροφορικής. Απαιτείται βεβαίως ουσιαστική ενίσχυση με χρηματοδοτήσεις και εξειδικευμένους επιστήμονες. Η μετα-δευτεροβάθμια τεχνική εκπαίδευση (ΙΕΚ) θα πρέπει να επανεξεταστεί και να αναδιαρθρωθεί εντασσόμενη στο εκπαιδευτικό σύστημα ως τμήμα της δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση θα πρέπει επιτέλους να γίνει ενιαία. Τα ΤΕΙ θα πρέπει σταδιακά να γίνουν πραγματικά ισότιμα με τα ΑΕΙ. Στην κατεύθυνση αυτή απαιτείται ένα συγκροτημένο χρονοδιάγραμμα που θα έχει ορατό τέλος. Τα κυριότερα βήματα σε αυτή την πορεία κατά σειρά είναι:

     

  1. Αναβάθμιση των σπουδών σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Πρέπει επειγόντως να εξευρεθούν πόροι για την σωστή λειτουργία των τμημάτων ειδικά των ΤΕΙ. Υπάρχουν για παράδειγμα 7 τμήματα Πληροφορικής ΤΕΙ που δεν έχουν κανένα καθηγητή, κανένα εργαστήριο καμιά αίθουσα διδασκαλίας. Και σε αυτά τα τμήματα εισάγονται από 200 έως 300 σπουδαστές ανά έτος! (βλέπε σημειώσεις 5) Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να αναθεωρηθούν άμεσα οι χρηματοδοτικές κατευθύνσεις του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης. Δεν είναι δυνατόν η χώρα να ξοδεύει τρισεκατομμύρια σε σεμινάρια και να λειτουργούν τμήματα χωρίς καθηγητές και εργαστήρια.

  2. Ενίσχυση της έρευνας και ουσιαστική λειτουργία της μέσα στα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα. Να δοθεί η δυνατότητα και στα ΤΕΙ να ιδρύσουν και να λειτουργήσουν με σωστούς όρους μεταπτυχιακά προγράμματα.

  3. Αξιολόγηση των τμημάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ενίσχυση των τμημάτων που παρουσιάζουν αδυναμίες, όχι όμως και των καθηγητών που είναι ανεπαρκείς. Ένα μεγάλο θέμα είναι βεβαίως πώς θα γίνει η αξιολόγηση. Στην Ελλάδα δυστυχώς η αξιολόγηση ερμηνεύεται με πολλούς τρόπους και καθένας επιλέγει την ερμηνεία που τον συμφέρει. Εμείς πιστεύουμε ότι τα κριτήρια πρέπει να συνδέονται κυρίως με μετρήσιμα στοιχεία της δραστηριότητας των ακαδημαϊκών μονάδων ώστε να είναι κατά το δυνατόν αντικειμενικά. Οι ίδιοι οι φοιτητές και οι πτυχιούχοι πρέπει να απαιτήσουν να έχουν βαρύνοντα λόγο στην αξιολόγηση.

  4. Άνοιγμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η αύξηση των εισακτέων θα πρέπει να συνδυαστεί με προσπάθειες προσέκλυσης ξένων φοιτητών ιδιαίτερα από τις χώρες της Βαλκανικής και της Μεσογείου. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει σύντομα να αναδειχθεί σε χώρα παροχής υψηλού επιπέδου μόρφωσης ιδιαίτερα στους τομείς της σύγχρονης τεχνολογίας και των ανθρωπιστικών σπουδών.

     

Παραγωγική ανάπτυξη

Η παραγωγική ανάπτυξη της χώρας είναι ίσως το πιο δύσκολο εγχείρημα δεδομένης της τεράστιας υστέρησης έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών, της αντιπαραγωγικής νοοτροπίας του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, της ανεπάρκειας των οικονομικών – πολιτικών δομών, του κομματικού συνδικαλισμού και των πελατειακών πολιτικών σχέσεων.

Στον τομέα της πληροφορικής, η παραγωγική αποδιάρθρωση συνδυάζεται με την πλήρη μορφωτική – τεχνική ανεπάρκεια των υπεύθυνων για τη λήψη αποφάσεων. Ως αποτέλεσμα η Πληροφορική αντιμετωπίζεται υποτιμητικά και οι εμπλεκόμενοι εμφορούνται από την αντίληψη ότι όποιος ξέρει να χειρίζεται στοιχειωδώς ένα πρόγραμμα είναι ειδικός. Η ανάπτυξη πληροφορικών συστημάτων θεωρείται προμήθεια ή στην καλλίτερη περίπτωση ως ένα έργο που μετά την ολοκλήρωσή του απαιτεί απλώς μια συντήρηση. Κανείς πολιτικός ή υπηρεσιακός παράγοντας δεν καταλαβαίνει ότι πληροφορική δεν είναι αντικατάσταση των γραφομηχανών με υπολογιστές. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται ότι η αποτελεσματική αξιοποίηση της Πληροφορικής προϋποθέτει τη δημιουργία δομών (οργανισμών) που διαρκώς εξελίσσονται αξιοποιώντας τις τεχνολογικές εξελίξεις. Τέτοιες δομές, απαραιτήτως πρέπει να συμπληρώνονται με τη δημιουργία τμημάτων εκπαίδευσης – κατάρτισης μέσα στις επιχειρήσεις και την κρατική μηχανή και την ένταξη της κατάρτισης μέσα στην καθημερινή παραγωγική δραστηριότητα. Πληροφορική σημαίνει πάνω από όλα διαρκής αλλαγή οργανωτικού προτύπου και αναπροσανατολισμό της παραγωγικής δραστηριότητας με επίκεντρο τον στόχο και όχι τη λειτουργία.

Για μας το σημαντικό είναι να μπορέσει η χώρα να αξιοποιήσει αποτελεσματικά το ανθρώπινο δυναμικό της. Αυτό δεν μπορεί να γίνει στο υφιστάμενο γραφειοκρατικό, συγκεντρωτικό διοικητικό πλαίσιο. Η λύση δεν είναι φυσικά η ιδιωτικοποίηση διότι ούτε έτσι εξασφαλίζεται η ελεύθερη ανάπτυξη των δημιουργικών δυνατοτήτων των εργαζομένων. Πρέπει να περάσουμε σε ένα διαφορετικό οργανωτικό μοντέλο. Με κύρια χαρακτηριστικά την περιφερειακή συγκρότηση και την δημιουργία ευέλικτων μικρών επιχειρήσεων που μπορούν να προωθήσουν καινοτομίες και να επανασυνδέσουν τους εργαζόμενους με το προϊόν της εργασίας τους. Συγκεκριμένα απαιτείται:

     

  • Να διαμορφωθεί ένα νέο διοικητικό μοντέλο με αποδυνάμωση των κεντρικών μηχανισμών και δημιουργία περιφερειακών δημοκρατικών οργάνων που θα έχουν την ευθύνη του παραγωγικού προγραμματισμού. Παράλληλα οι περιφέρειες και οι δήμοι θα πρέπει να αποκτήσουν πόρους (αυτούς που θα αποδεσμεύσει η κεντρική διοίκηση) για να υποστηρίξουν τις αναπτυξιακές τους δραστηριότητες.

  • Να αναθεωρηθούν άμεσα οι χρηματοδοτικοί προσανατολισμοί του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και να αναδιανεμηθούν οι πόροι ειδικά αυτοί που διοχετεύονται σε παρασιτικές δραστηριότητες (σεμινάρια, έργα βιτρίνας κ.λ.π.) Η αναθεώρηση να γίνει μέσα από περιφερειακά όργανα που θα πρέπει επειγόντως να συγκροτηθούν με πρωτοβουλία των κοινωνικών φορέων και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το επίσημο κράτος, δυστυχώς δεν φαίνεται να μπορεί να πάρει τέτοιες πρωτοβουλίες.

  • Να αναθεωρηθεί ριζικά το νομικό, φορολογικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο λειτουργίας των μικρών και ατομικών επιχειρήσεων ώστε να μπορούν να δημιουργούνται και να λειτουργούν απρόσκοπτα.

  • Να δημιουργηθούν φορείς ελεγχόμενοι άμεσα από την κοινωνία οι οποίοι θα αναλάβουν την επιχειρηματική στήριξη των μικρών και ατομικών επιχειρήσεων, την προώθηση των προϊόντων τους και την ανάπτυξη συνεργασιών σε βαλκανικό και μεσογειακό επίπεδο. Ιδιαίτερα τα επιμελητήρια μπορούν να βοηθήσουν καίρια σε αυτή την κατεύθυνση.

     

Επίλογος – η ευθύνη των πληροφορικών

Η κρίση της τεχνικής παιδείας που τελικά είναι κρίση της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από κανενός είδους συντεχνία και πολύ περισσότερο από τους μανδαρίνους της πολιτικής και του κράτους. Εμείς οι πληροφορικοί έχοντας μια ευρύτερη αντίληψη της πραγματικότητας και βιώνοντας τα τεράστια προβλήματα της παραγωγικής αποδιάρθρωσης και της απαξίωσης της παιδείας και της γνώσης στο ίδιο μας το αντικείμενο, μπορούμε και πρέπει να πρωταγωνιστήσουμε στην αλλαγή του σκηνικού.

Η επιτυχία αυτής της προσπάθειας θα εξασφαλιστεί μέσα από την κλιμάκωση των ενεργειών μας και την επεξεργασία ενός χρονοδιαγράμματος που σε αυτή τη φάση μπορούμε να σκιαγραφήσουμε ως εξής:

     

  1. Λεπτομερής επεξεργασία των θέσεων και των προτάσεων μας.

  2. Ουσιαστική συνεργασία με υγιείς κοινωνικούς φορείς – οικοδόμηση μιας ευρύτερης συμμαχίας.

  3. Αξιοποίηση των δυνατοτήτων διεθνούς συνεργασίας ξεκινώντας από την Ενωμένη Ευρώπη και συνεχίζοντας στο χώρο της Βαλκανικής και της Μεσογείου.

     

Είναι μια πορεία δύσκολη και χρονοβόρα αλλά σίγουρα ενδιαφέρουσα που θα ανοίξει τους ορίζοντες της σκέψης και της δράσης μας και θα αλλάξει ριζικά τις προοπτικές της κοινωνίας και του επαγγελματικού μας κλάδου. Ας την ξεκινήσουμε λοιπόν.

 

 

Σημειώσεις:

     

  1. Να σημειώσουμε εδώ ότι αυτή η επικίνδυνη θεώρηση εμφανίστηκε και στις προτάσεις Λιάσκα (Νοέμβριος 1999) σχετικά με τα έργα πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών. Υπάρχει λοιπόν ο κίνδυνος και τα έργα πληροφορικής να μην θεωρηθούν σε σχέση με το επιστημονικό αντικείμενο αλλά σε σχέση με τα χρησιμοποιούμενα υλικά (μπαίνει κάτι στην μπρίζα, άρα το κάνει ο ηλεκτρολόγος).

  2. Έχει ήδη αναφερθεί ότι η ηγεσία του ΤΕΕ υποστηρίζεται και υποστηρίζει τους πολυπληθείς κλάδους των Πολιτικών Μηχανικών, Αρχιτεκτόνων, Μηχανολόγων και Ηλεκτρολόγων Μηχανικών. Δεν διστάζει μάλιστα να υπονομεύει άλλους κλάδους προκειμένου να ικανοποιήσει τους προνομιούχους υποστηρικτές της, όπως καταδεικνύει το παράδειγμα των Χημικών Μηχανικών. Ωστόσο, στις τελευταίες εκλογές (Νοέμβριος 2000) η κατεστημένη εδώ και χρόνια ηγεσία του ΤΕΕ αποδοκιμάστηκε έντονα. Με διάφορες μεθόδους προσπάθησε και εξακολουθεί να προσπαθεί για τη διάσωσή της (αρχικά καθυστέρησε τη διεξαγωγή των εκλογών για ένα εξάμηνο ενώ τα τελικά αποτελέσματα δεν έχουν ακόμη εκδοθεί, τέσσερις μήνες μετά τις εκλογές!). Είναι πιθανό ότι ξεκινά μια εποχή έντονης αμφισβήτησης της ηγεσίας του ΤΕΕ από τους ίδιους τους μηχανικούς η οποία θα δημιουργήσει τεράστιες δυσχέρειες στη δράση του επιμελητηρίου και θα διευκολύνει τα ΤΕΙ στις διεκδικήσεις τους.

  3. Χαρακτηριστική περίπτωση ο νυν Πρόεδρος του ΤΕΕ κ. Λιάσκας ο οποίος ως Υπουργός Δημοσίων Έργων στην Οικουμενική Κυβέρνηση το 1989-90 (προταθείς από το Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου) είχε προχωρήσει σε αυξήσεις των αμοιβών των Μηχανικών της τάξεως του 400%.

  4. Ακόμη και τα μέλη του ΤΕΕ που ασκούν το εκπαιδευτικό λειτούργημα κατά κάποιο τρόπο δεν θεωρούνται μηχανικοί! Έτσι οι καθηγητές του κλάδου ΠΕ12 Διπλωματούχων Μηχανικών είναι οι μόνοι μηχανικοί δημόσιοι υπάλληλοι που δεν λαμβάνουν το ειδικό επίδομα των μηχανικών του δημοσίου.

  5. Είναι ένα παράδειγμα που δείχνει πόσο παραπλανητικό είναι το ζήτημα της ανωτατοποίησης των ΤΕΙ όπως το θέτουν τα ίδια τα ΤΕΙ. Είναι δυνατόν να πιστέψουμε ότι παρέχεται ουσιαστική μόρφωση στα 7 αυτά τμήματα χωρίς προσωπικό και υποδομές; Πώς μπορούμε λοιπόν να συζητούμε για ανωτατοποίηση; Τα ίδια τα ΤΕΙ δεν υπονομεύουν την αξιοπιστία τους όταν αποδέχονται αυτά τα φαινόμενα αν δεν τα προκαλούν κιόλας;